Χειρουργική αποκατάσταση πτώσης άκρου ποδός

 

     Η πτώση άκρου ποδός (drop foot), χαρακτηρίζεται από την αδυναμία ανύψωσης του μπροστινού μέρους του ποδιού, προκαλώντας δυσκολία στη βάδιση. Συνήθης αιτία είναι βλάβη του περονιαίου νεύρου, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται οι μυς που είναι υπεύθυνοι για την ανύψωση του ποδιού. Η βλάβη αυτή μπορεί να προκύψει από διάφορες αιτίες, όπως εγκεφαλικό επεισόδιο, σκλήρυνση κατά πλάκας, εγκεφαλική παράλυση, άμεσο τραυματισμό του νεύρου, πίεση του νεύρου όπως στην ισχιαλγία και σε όγκους ή σπανιότερα και ιατρογενώς, ως επιπλοκή επεμβάσεων ισχίου και γόνατος. Στους ασθενείς με εγκατεστημένη πτώση του ποδιού αρχικά πρέπει να δοκιμαστεί η συντηρητική αγωγή με φυσικοθεραπεία ή ειδικά ορθοτικά. Η συντηρητική αγωγή συνήθως πρέπει να διαρκέσει το λιγότερο ένα εξάμηνο γιατί μπορεί να σημειωθεί βελτίωση της λειτουργίας του ποδιού ακόμη και μετά από χρόνο. Στις ασθενείς χωρίς βελτίωση, με πλήρη απώλεια της ανύψωσης του ποδιού, που δεν είναι ικανοποιημένοι με την συντηρητική αγωγή συνιστάται χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση της κίνησης.

Πότε συστήνεται η χειρουργική επέμβαση διόρθωσης πτώσης άκρου ποδός 

     Η χειρουργική επέμβαση για την εγκατεστημένη (μη αναστρέψιμη) πτώση ποδιού εξετάζεται συνήθως σε:
Μη ικανοποιητική ή αποτυχημένη συντηρητική θεραπεία: Εάν η φυσικοθεραπεία, τα ορθοτικά (AFO κτλ) δεν αρκούν για να βελτιώσουν την κινητικότητα ή να ανακουφίσουν τα συμπτώματα ή αν ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχθεί τα ορθοτικά στην καθημερινότητα ή επιθυμεί να βαδίζει χωρίς ορθοτικά και βοηθήματα.
Σοβαρός περιορισμός της λειτουργικότητας: Όταν η κατάσταση περιορίζει σοβαρά τη δυνατότητα του ασθενούς να βαδίζει ανεξάρτητα ή να εκτελεί καθημερινές δραστηριότητες και είναι αιτία συχνών πτώσεων.
Δυνατότητα πραγματοποίησης της τενοντομεταφοράς: Ασθενείς που έχουν λειτουργικές αρθρώσεις χωρίς μακροχρόνια δυσκαμψία του ποδιού ή συγκάμψεις ή αρθρίτιδα και έχουν ακόμη ενεργούς και με ικανοποιητική ισχύ τους κατάλληλους τένοντες (οπίσθιος κνημιαίος) για την τενοντομεταφορά.
Άλλες συνυπάρχουσες παθήσεις του κάτω άκρου: σε ασθενείς με συνυπάρχουσα παθολογία στο γόνατο και το ισχίο, με αδυναμία πλήρους λειτουργίας, η πτώση του ποδιού γίνεται έντονα συμπτωματική, δημιουργεί προβλήματα στην βάδιση και κίνδυνο πτώσεων συνεπώς πρέπει να αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά.

Χειρουργικές επεμβάσεις διόρθωσης πτώσης ποδιού

     Οι επεμβάσεις για την αντιμετώπιση της πτώσης ποδιού επιλέγονται ανάλογα με την υποκείμενη αιτία, την κατάσταση των αρθρώσεων και τενόντων του ποδιού, τις ιδιαιτερότητες του κάθε ασθενή όπως και τις προσδοκίες του για την καθημερινή λειτουργικότητα.
Τενοντομεταφορά: Όπως ήδη αναφέρθηκε είναι μία από τις επεμβάσεις επιλογής για την πτώση ποδιού. Είναι εξειδικευμένη Ορθοπαιδική επέμβαση κατά την οποία μεταφέρεται ένας λειτουργικός τένοντας και ο μυς από ένα σημείο του ποδιού σε ένα άλλο σημείο υποκαθιστώντας την χαμένη λειτουργία. Αυτό βοηθά στην αποκατάσταση της δυνατότητας ανύψωσης του ποδιού. Η τενοντομεταφορά δυστυχώς δεν είναι δυνατό να επαναφέρει την πλήρη λειτουργία του ποδιού, συγκεκριμένα η ισχύς ανύψωσης του ποδιού είναι μικρότερη από το φυσιολογικό, ενώ αν η κίνηση των δακτύλων των ποδιών έχει επηρεαστεί, δεν διορθώνεται από την επέμβαση. Συνεπώς συνίσταται για την βελτίωση της καθημερινότητας και όχι για απαιτητικές δραστηριότητες ή αθλητισμό.
Αρθρόδεση ποδοκνημικής άρθρωσης: Σε σοβαρές περιπτώσεις πτώσης ποδιού με ήδη εγκατεστημένες παραμορφώσεις, μη δυνατότητα εκτέλεσης της τενοντομεταφοράς και  οστικές βλάβες, είναι προτιμότερη η «ένωση» των οστών στην άρθρωση του ποδοκνημικής για την βελτίωση της σταθερότητας, την αποφυγή επώδυνων κινήσεων και την βελτίωση της βάδισης. 

Διαδικασία Χειρουργείου

Η χειρουργική επέμβαση τενοντομεταφοράς για την πτώση ποδιού πραγματοποιείται συνήθως υπό γενική ή ραχιαία αναισθησία ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί και περιοχική αναισθησία. Διενεργούνται μερικές μικρές τομές στην πορεία του τένοντα και κατόπιν ο τένοντας μεταφέρεται στο κατάλληλο σημείο του ποδιού, ώστε να διενεργεί πλέον την χαμένη λειτουργία της ανύψωσης του ποδιού. Ο τένοντας θα καθηλωθεί – σταθεροποιηθεί στη ράχη του ποδιού με ειδικό εμφύτευμα. Το πόδι θα ακινητοποιηθεί στην κατάλληλη θέση και θα προστατευθεί με νάρθηκα μέχρι την επούλωση για περίπου 6 εβδομάδες.

Ανάρρωση και Αποκατάσταση

Αρχική Ανάρρωση (0-6 Εβδομάδες): Μετά τη χειρουργική επέμβαση, ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει την φόρτιση στο πόδι. Το πόδι θα είναι ακινητοποιημένο με γύψο ή νάρθηκα και θα λαμβάνει αντιπηκτική αγωγή.
Φυσικοθεραπεία (6-12 Εβδομάδες): Κατά την περίοδο αυτή, η φυσικοθεραπεία αρχίζει συνήθως για την ενίσχυση της μυϊκής δύναμης και την αποκατάσταση της κινητικότητας.
Πλήρης Ανάρρωση (3-6 Μήνες): Η πλήρης ανάρρωση μπορεί να διαρκέσει αρκετούς μήνες, ανάλογα με τον τύπο της επέμβασης και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.

Πιθανοί Κίνδυνοι και Επιπλοκές

Όπως σε κάθε χειρουργική επέμβαση, υπάρχουν γενικοί και ειδικοί κίνδυνοι, όπως:
Λοίμωξη: σπάνια, αλλά μπορεί να καθυστερήσει την επούλωση.
Επιδείνωση της πλατυποδίας: σε ασθενείς με προϋπάρχουσα πλατυποδία η επέμβαση τενοντομεταφοράς μπορεί να την επιδεινώσει. 
Καθυστερημένη επούλωση: η λειτουργία του τένοντα μπορεί να χρειαστεί περισσότερο χρόνο από το αναμενόμενο.

Συμπέρασμα

Η χειρουργική επέμβαση για την πτώση ποδιού μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής για τα άτομα με αυτήν την περιοριστική κατάσταση. Η πλήρης αποκατάσταση της λειτουργίας δεν είναι εφικτή για συμμετοχή σε απαιτητικές αθλητικές δραστηριότητες αλλά η βελτίωση είναι σημαντική για μια πολύ καλύτερη καθημερινότητα χωρίς βοηθήματα και κίνδυνο πτώσεων και τραυματισμών.